επικλινής

-ές (AM ἐπικλινής)
1. (για τόπο) αυτός που κλίνει προς τη μία πλευρά, κατηφορικός («λόφων τινῶν ἐπικλινῶν», Πλούτ.)
2. (για κτήρια, δέντρα, φυτά κ.λπ.) αυτός που δεν είναι κάθετος, που έχει κλίση προς τη μία πλευρά, που γέρνει προς τα κάτω
μσν.- νεοελλ.
(το ουδ. με άρθρο ως ουσ.) το επικλινές
η επικλίνεια*, η ροπή, η κλίση
μσν.
αυτός που διάκειται ευνοϊκά σε κάποιον
αρχ.
αυτός που έχει τάση, προδιάθεση για κάτι, επιρρεπής.
επίρρ...
επικλινώς
σε επικλινή θέση, πλάγια, γερτά, λοξά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + -κλίνης (< κλίνω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπικλινής — sloping masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επικλινής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, που κλίνει προς τη μία πλευρά (και ιδίως προς τα κάτω), κατηφορικός, γειρτός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπικλινῆ — ἐπικλινής sloping neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐπικλινής sloping masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐπικλινής sloping masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικλινές — ἐπικλινής sloping masc/fem voc sg ἐπικλινής sloping neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικλινεστέρους — ἐπικλινής sloping masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικλινοῦς — ἐπικλινής sloping masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικλινέος — ἐπικλινής sloping masc/fem/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικλινῶς — ἐπικλινής sloping adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στέγη — Τμήμα οικοδομής, που καλύπτει το πάνω μέρος της για να προφυλάξει το εσωτερικό της από τις καιρικές συνθήκες. Τύποι στέγης είναι η ταράτσα, η επικλινής, η αψίδα και θόλος. Η ταράτσα είναι μια επίπεδη οροφή που αποτελείται, από ξύλινες ή… …   Dictionary of Greek

  • ἐπικλινεῖ — ἐπικλῐνεῖ , ἐπικλίνω put to aor subj pass 3rd sg (epic) ἐπικλῐνεῖ , ἐπικλίνω put to fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) ἐπικλῐνεῖ , ἐπικλίνω put to fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) ἐπικλινής sloping masc/fem/neut nom/voc/acc …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.